ἔλεος

τὸ ἔλεος, ἐλέους жалость, милость (ср. елейный)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἔλεος" в других словарях:

  • Ἔλεος — masc nom sg Ἔλεος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔλεος — pity neut nom/voc/acc sg ἔλεος pity masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλεος — το 1) милосердие, сострадание, сочувствие; 2) милость; ΦΡ. τα ελέη του Θεού милости Божии «ελέω Θεού» «милостью Божией» ελέου Θεού βασιλιάς / μονάρχης милостью Божией царь / монарх Этим. дргр. Происхождение слова не известно. В Септуагинте оно… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἐλεός — kitchen table masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλεος — το και έλεος, ο (ΑΜ ἔλεος, το Α ἔλεος, ο) Ι. έλεος, ο (Α ἔλεος) η τραγική συγκίνηση, η συμπόνια που νιώθει ο θεατής τής τραγωδίας για τον αναξιοπαθούντα τραγικό ήρωα II. έλεος, το (ΑΜ ἔλεος, το Α ἔλεος, ο) 1. συμπόνια, οίκτος 2. ελεημοσύνη 3. η… …   Dictionary of Greek

  • έλεος — το ελέους, πληθ. ελέη,1. οίκτος, ευσπλαχνία, συμπόνια, πονοψυχιά. 2. φιλανθρωπία, ελεημοσύνη, βοήθημα: Αδερφές του ελέους. 3. απόλυτη διάθεση, αυθαίρετη θέληση: Οι άμαχοι βρέθηκαν στο έλεος των κατακτητών. 4. ούτε ελάχιστο, ούτε όσο αρκεί για… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ελεός — ο (ΑΜ ἐλεός) πτηνό τής οικογένειας τών γλαυκιδών, γλαυξ η βραχύωτος, κλαψοπούλι αρχ. τραπέζι όπου ο μάγειρας κόβει το κρέας …   Dictionary of Greek

  • έλεος — [элэос] ουσ. о. сострадание, милосердие …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ἕλεος — Ἕλος neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕλεος — ἕλος marsh meadow neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐλέω — Ἔλεος masc/neut nom/voc/acc dual Ἔλεος masc/neut gen sg (doric aeolic) Ἔλεος masc nom/voc/acc dual Ἔλεος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.